Μαρία Μαραγκού | Διευθύντρια του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης του Ρέθυμνου Κρήτης

Στην τεράστια αγωνία των ερωτημάτων τι είναι η τέχνη σήμερα, ποιος ο προσανατολισμός και τι μερίδιο θα κρατήσει στο συρταράκι της ιστορίας, ο καλλιτέχνης που δεν αναρωτιέται για το σκοπό που ξεπληρώνει, μπορεί να διεκδικεί ένα είδος ταύτισης με το σύγχρονο κόσμο.
Στην ανυπαρξία των μεγάλων ζητημάτων της ανθρώπινης σκέψης και ενίοτε του υπερεγώ που έφτιαχναν το πορτραίτο του καλλιτέχνη, η ένδοξη τραγωδία των καιρών μας, ευτυχώς, σέρνεται ανάλαφρα σε κινήσεις μιας ατμόσφαιρας που περνά από το δωμάτιο στο χώρο και επιστρέφει. Ανοίγει διάπλατα, ξέφρενα και κλείνει ερμητικά. κουράζεται, το γλεντάει, τσακίζεται, επιστρέφει. καταγράφει, απελπίζεται.
Στον εκμαυλισμό των εικόνων, την τοξίνη της πρωτοτυπίας, της ιδέας, της γραφής που επιθυμεί να είναι προσωπική, το "παιγνίδι" της τέχνης μπορεί να χάσει εντελώς την αθωότητά του και το κάνει τις περισσότερες φορές ή να υπάρχει αυτόνομα, όπως οι παιδικές ενοχές, που αφήνει μία σκανδαλιά με κόστος.
Γνώρισα τη Στέλλα Μιμίκου από ένα video αποφοίτων της Α,Σ.Κ,Τ. που η ίδια το ονομάζει "Η Αρκούδα". Μια γυναίκα ογκυρή, με γούνινο πανωφόρι προσομοίωση αρκούδας, ως προς το βηματισμό και τη συμπεριφορά των κινήσεων.
Αργότερα είδα το σύνολο της δουλειάς της, ένα άκρατο πανηγύρι από χρώμα και χυμούς, μια έντονη μουσική τζαζ που σε πρώτη ανάγνωση, συνεπαίρνει το βλέμμα, ενώ σε δεύτερη καταγράφει χαρακτήρες.
Ένα προσόν της Στέλλας Μιμίκου είναι ότι αφήνεται στο νεύμα της διάθεσής της δίχως την έλλογη αγωνία για τον προορισμό της δουλειάς.
Η χειμαρρώδης διάθεση, πάλι. συνάδει με τη χειμαρρώδη γραφή.
Είναι απόλυτα ειλικρινής και ενστικτώδης αυτή η γραφή παρά την κοπιώδη διαδικασία έως το αποτέλεσμα.
Αλλά ας δούμε λίγο το αποτέλεσμα, σαν ενότητα θεματική.
Αναφέρεται σε ένα ορνιθοτροφείο, το κοτετσόσυρμα, τις κότες και τις συμπεριφορές τους και από εκεί, τη σκλαβιά και τη θυσία της κότας, την μετάλλαξη του ζωντανού σε κοτολιχουδιά, το περιτύλιγμα, τους ανθρώπους που διοικούν τον οίκο όπου εκτρέφονται οι κότες και τη διαχείριση της κυκλοφορίας των προϊόντων.
Η κότα, όπως και η αρκούδα αντιστοιχούν σε χαρακτήρες και προβάλλονται από την αφήγηση την οποία δίνει λεπτομερώς η Μιμίκου. Μαύρα πέτα στα κουστούμια προσδιορίζουν τους ανθρώπους μιας εταιρείας ορνίθων, πιθανώς τους παράγοντες μιας πολυεθνικής ή κάποιους που έχουμε στο μυαλό μας ότι καθορίζουν την διακίνηση του πετρελαίου, των προϊόντων, των σημείων όπου ξεσπά ένας πόλεμος.
Από την άλλη, το σύστημα της κοτολιχουδιάς γίνεται νοητικά ένα σώμα με το σύστημα της γυναίκας με τη γούνα σ' έναν κήπο μεσογειακό. Το ζήτημα της κατανά-λωσης απασχολεί εξ' ίσου την κοινωνία και την τέχνη για λόγους διαφορετικούς και με απολήξεις διαφορετικές που ωστόσο διαθέτουν κοινή συνισταμένη,
Η Στέλλα Μιμίκου, υπερκαταναλωτική σε φόρμες, υλικά και χρώμα, σε καταγγελίες έμμεσες, χιούμορ και κριτική απέναντι στα πράγματα και τις συμπεριφορές.
Αλλά όλος αυτός ο χείμαρρος, όταν πυκνώνει στο σχέδιο, ορθώνει αρμούς, χαράσσει ιδέες, γίνεται σώμα πυκνό και δυνατό. Είναι το σώμα της ζωγραφικής που ανιχνεύει τις δυνατότητες της γραφής και οργανώνει την ατμόσφαιρα των χαρακτήρων.
Κελιά τακτοποιημένα άναρχα, το σώμα παιγνίδι στα χέρια των στρατιωτών που δε γνωρίζουν για ποιο ακριβώς λόγο εγκλείουν τον άγνωστο τους. πρεζόνι ή τρομοκράτη. κατηργημένο στην συνείδηση της κοινωνίας που στρώνει τραπέζι καθημερινά φαντασιώνοντας την κοτολιχουδιά ως χαβιάρι και την ρετσίνα ως σαμπάνια, παρακολουθώντας στην τηλεόραση έναν ολολυγμό στη φόρματου Χα, Χα, Χα.
Και λοιπόν;
Το αδιέξοδο αλαφρώνει με το παιγνίδι της τέχνης που όσο σοβαρότερο τόσο πιο χαρωπό παρουσιάζεται, όντας μεταμφιεσμένο σε παιδί που τρέχει προσπαθώντας να ξεχάσει ότι στο σπίτι θα τιμωρηθεί καταναλώνοντας και ότι δεν το διασκεδάζει.

Μαρία Μαραγκού
Ιστορικός Τέχνης
Διευθύντρια του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης του Ρέθυμνου Κρήτης